Άστεγος ο Μέγας

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2010

ανέκαθεν...


Ξέρω πως δεν βγάζει πουθενά, τούτη η γραφή θυμίζει άγονη γραμμή
.....
μόνο να οπλιστείς ειρωνεία και χιούμορ για να επιζήσεις στη δαιδαλώδη μεγαλούπολη, τη φτιαγμένη από λέξεις και εικόνες - πλασμένη όχι δημιουργημένη.

ΑΝΕΚΑΘΕΝ

"Πάντα μια ευκαιρία μετά
την άλλη χαμένη όλες χαμένες
ποιος θα τις ξαναβρεί
πεταμένες σε κλειστά

γραφεία με έγγραφα παλιά
στοιβαγμένα στη γωνιά
..............................................."




Υ.Γ.: Θα μπορούσε να είναι "Η επιστροφή του Άστεγου του Μέγα"

(...) κι έτσι έζησα από παρεξήγηση σε παρεξήγηση
από ψέμα σε ψέμα όπως ο Ίρος
κι ο Οδυσσέας όταν έκανε το φτωχό
ήταν μια κατάσταση που δεν μπορούσε να διαρκέσει (...)

[τα κείμενα του Νανου Βαλαωρίτη από Το ξανανοιγμένο κουτί της Πανδώρας και τον Αστεγο το Μέγα]

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

χίλια φιλιά, παλιές και ... ξένες


Πώς γίνεται και η ζωή το όνειρο απατάει.....

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

φυσαλίδα που χορεύει στο νερό ...




Στις "φυσαλίδες" που μας συντροφεύουν[-αν] και ... παφ χαθήκανε...

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

αυτό το βράδυ ...

Όταν πέφτει το βράδυ
Στα σβηστά όνειρά μου
Ναυαγός η χαρά μου.



Μια δεκάρα στο δρόμο
Σαν ευχή ξεχασμένη......

Κι αυτό το βράδυ .....[αφιερωμένο]

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

του απρόσμενου...



Του δειλινού ταιριάζεις...
Ώρα που οι πολιτείες χορεύουν σε ρυθμό κιρκαδιανό
κι οι μακρινές μαρμαρυγές πλησιάζουν... [απειλητικά;]

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Ξημέρωσε ξανά;...




Μακρινά... πολύ μακρινά...

Χωρίς λόγια ....

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

ελλειπον πρόσωπο




ΠΡΟΣΩΠΑ

Θυμάμαι που τη φώναζαν Ελένη, δώδεκα χρονώ.
Στα δεκαεφτά Μαρίνα.
Δεν ήταν αίνιγμα, λεγόταν Δέσποινα.
Λεγόταν Όλγα Ρίτσα και Νανά.
Φτάσανε χρόνια δύσκολα, μαύρες ημέρες αίμα.
Τότε η Ρωξάνη απόγευμα ήτανε, φαρμακωμένο φώς.
Τον άλλο μήνα Οχτώβρη εχάθηκε. Τρελός
τη γύρευα παντού. Την άνοιξη
την είδα ξαφνικά στον ήλιο και χαρούμενος
τη φώναξα. Δεν ήταν, έστριψε το πρόσωπο
μισό χαμόγελο. Κι οναμαζόταν Έρικα.
Ύστερα μόλεψε ο καιρός.
Ύστερα η νύχτα, έφτασε η Ντόνα, μόνο πού.
Νύχτες πολλές πίσω απ' την πλάτη ένα σκοτάδι ακί-
νητο.
Πήραμε τ' όπλο κατεβήκαμε.
Φραγμένοι οι δρόμοι, η πολιτεία ανάστατη,
φοβέρα, σίδερο. Ήρθανε Σίτσα Μάριτσα
σηκώσανε τα σύρματα. Κι η Ντούτσα απίστευτο
κορμί. Το μονοπάτι ελόξευε ως τη θάλασσα.
Στους άμμους βυθιστήκαμε λεγότανε Φανή.
Λεγόταν Αθηνά και πήγαμε ως την Κόρινθο.
Γυρίσαμε λεγόταν Άρτεμις.
Μετά μισόφωτο η Μελίνα.
Ωραία στο σινεμά στους δρόμους περπατήσαμε.
Σταθήκαμε στο φράχτη και τ' αστέρια χάθηκαν.
Με πήραν πυρετοί κι οράματα με σύρανε
στον τόπο που γεννήθηκα. Θυμάμαι τις φωνές,
ανοίχτε, φώναξα.
Το σπίτι εγιόμισε παντού φτερούγες φτερουγίσματα
πουλιά που τ' άκουγα καιγόμουν στ' όνειρο.
Ήρθε απ' τη Λάρισα η Μυρτώ
Ήρθανε η Δάφνη η Κατερίνα η Δήμητρα.
Μες στο καμίνι όλα τα πρόσωπα
γινήκανε ένα πρόσωπο, κανένα πρόσωπο.
Η πόρτα δίχως μάνταλο κι ήρθες εσύ

μακρί μονόξυλο
μαύρο ποτάμι.

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ



.